loading...
ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο, η ξενιτιά σε χαίρεται και γω έχω τον καημό σου… »(Οι Kυρατζήδες)

Χιλιάδες χρόνια πριν η Πυθία, από τον δελφικό της τρίποδα , είχε δώσει ένα χρησμό για την μοίρα του Ελληνισμού: 
«Ένας ασκός θα πλέει διαρκώς στο απέραντο

πέλαγος ,όμως δε θα
βυθιστεί ποτέ». 
Οι Έλληνες από παλιά ταξίδευαν ,ταξιδιάρες οι ψυχές τους κυλούσε στο αίμα τους η περιπέτεια αλλά πάντα αντλούσαν δύναμη από την πατρίδα και την οικογένεια.
Η Ελλάδα είναι τόπος ταξιδεμένων και ξενιτεμένων . Οι ταξιδεμένοι γυρνούσαν όλο τον τότε γνωστό κόσμο και επέστρεφαν πάλι πίσω μετά από καιρό φορτωμένοι καλούδια. 
Σύμβολο του περιπλανώμενου Έλληνα ο Οδυσσέας που πέρασε πολλά, αλλά ούτε οι Σειρήνες ,ούτε η Κίρκη ,ούτε η χώρα των Λωτοφάγων ,ούτε τα κάλλη της Καλυψώς ( καλύπτω+ νους )στάθηκαν ικανά να σκιάσουν το όραμα της επιστροφής στην Ιθάκη.
 Αυτός μας πρωτομίλησε για το «νόστιμον ήμαρ» την μέρα δηλαδή της επιστροφής του, την τόσο ποθητή για αυτόν που του έφτανε να δει έστω τον καπνό από τα σπιτικά της Ιθάκης κι ας ήταν το τελευταίο που θα έβλεπε.



Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ,τα πιο γόνιμα μέρη εποικίστηκαν από μουσουλμανικές φυλές που μεταφέρθηκαν από την Ανατολή .
Το ελληνικό στοιχείο γνωρίζει μαρασμό επειδή τα μέρη που κατοικεί είναι ορεινά δυσπρόσιτα ή άγονα μέρη των νησιών που βάλλονταν συχνά από επιδρομές πειρατικών καραβιών .
Η άνθηση έρχεται στον δέκατο έκτο αιώνα που υπάρχει μια σταθερότητα στην υπάρχουσα κατάσταση , οι Έλληνες έχουν καλύτερη μεταχείριση, κατεβαίνουν στις πόλεις και ασχολούνται με το εμπόριο .
Ακούραστοι ταξιδιώτες, τολμηροί ναυτικοί και ευφυείς επιχειρηματίες είναι τα χαρακτηριστικά της φυλής μας που τους προικίζουν και έχουν αποτέλεσμα την προκοπή και την ευημερία τους.
Σ΄ αυτά τα χρόνια στα ορεινά μέρη στην περιοχή της Ηπείρου και της Μακεδονίας ευδοκίμησε και το επάγγελμα του Kυρατζή (κύρης που άγει ). 
Ο Kυρατζής ήταν ο αρχηγός ενός καραβανιού που αποτελούνταν από άλογα και μουλάρια που ήταν φορτωμένα εμπορεύματα και έκαναν μεταφορές από τα Γιάννενα μέχρι την καρδιά της Ευρώπης. 
Πρώτο πήγαινε συνήθως ένα θηλυκό μουλάρι ή ένα άλογο που ονομαζόταν κολαούζος και τα υπόλοιπα το ακολουθούσαν . 
Ο αριθμός των ζώων και των ανθρώπων ήταν διαφορετικός σε κάθε καραβάνι. Υπάρχουν αναφορές σ΄ ένα δημοτικό τραγούδι για ένα μεγάλο καραβάνι που περνούσε από τα μέρη μας , του ηπειρώτη Ρόβα που είχε διακόσια μουλάρια:
«“Κίνησε ο Ρόβας ,κίνησι μεσ’ στην Βλαχιά να πάει
νύχτα σελώνει τ΄ άλογο νύχτα το καλιγώνει
βάνει τα πέταλα ασημιά ,καρφιά μαλαματένια
κι η αρματοσιά τ’ αλόγου του χρυσό μαργαριτάρι.
Σαράντα μέρες έκανε σαράντα μερονύχτια
όσου να φτάκει στη Βλαχιά στου έρμου Μπουκουρέστι. Σας έφερα εκατό παιδιά ,όλα Γιαννιωτοπαίδια….»
Ο κολαούζος γνώριζε το δρόμο και ο Kυρατζής το εμπιστευόταν απόλυτα, άλλωστε ο δρόμος τους ήταν όπως των μυρμηγκιών , πάντα ο ίδιος. 
Το καραβάνι ξεκινούσε συνήθως του Σταυρού και αργούσε να γυρίσει ή του Αγίου Γεωργίου και επέστρεφε του Αγίου Δημητρίου και στο δρόμο έκανε στάσεις σε συγκεκριμένα χάνια ή σε καραβάν σαράγια .Έτσι κάποιος αν ήθελε να ενωθεί και να ταξιδέψει με το καραβάνι ήξερε την συγκεκριμένη ημερομηνία που βρίσκεται ή από ποιο μέρος θα περάσει .

Ήταν εντυπωσιακή η εικόνα τόσων ανθρώπων και φορτωμένων ζώων που περνούσαν τα πετρόκτιστα γεφύρια και τα δύσβατα μονοπάτια. 
Πορευόμαστε νοερά και μείς μαζί τους και ακούμε τον ήχο που προκαλούν τα πέταλα πάνω στα λιθόστρωτα και τα τριξίματα που κάνουν τα φορτωμένα σαμάρια .
Μέσα σ΄ αυτούς τους ήχους συχνά συγκινεί η φωνή του Kυρατζή που τραγουδά τα αργόσυρτα και λυπητερά τραγούδια , τα κυρατζίδικα, και αντιφωνούν οι άλλοι με τον ίδιο ρυθμό.

«Όλα τα δέντρα το πρωί δροσιά είναι γεμισμένα
και μένα τα ματάκια μου δάκρυα φορτωμένα,
απ΄ τον καημό της ξενιτιάς κι απ΄την πικρή ορφάνεια.
Και
«- Ήλιε μ’, τι αργοπόρησες κι αργείς να βασιλέψεις;
Σε καταριέται η αργατιά, σε βλαστημούν οι χήρες.
Σε βλαστημούν μικρά παιδιά π’ αργούν να ιδούν τις μάνες.
Σε καταριέται και μια νια, μια μικροπαντρεμένη,
π’ έχει άντρα στην ξενιτιά.»
Και
Στην Πόλη γράφουν τα χαρτιά , στην Σαλονίκη τα στέλνουν.
Εκεί παπάς δεν έλαχε να κατς΄να τα διαβάσει
Μόν έλαχε γραμματικός κατσέ και τα διαβάζει .
Κι η μάνα του τον αρωτά, κι η μάνα του τουν λέγει
Τι λεν παιδί μ΄ τα γράμματα, τι λέγουν τα βαγγέλια;
Ποια έχει άντρα στην ξενιτιά και γιό ξενιτεμένο
Πουτές να μην τους καρτερεί , να μην τους παντυχαίνει…
Και
«Παρηγοριά έχ’ ο θάνατος και λησμοσύνη ο Χάρος
κι ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει»
«Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη
τα τέσσερα τα ζύγιασαν βαρύτερα είν’ τα ξένα».
Ο Kυρατζής μετέφερε εμπορεύματα, τοπικά προϊόντα, γούνες , υφάσματα, δέρματα, χρήματα, γράμματα και ανθρώπους. 
Ο αρχηγός οπλοφορούσε, για τον φόβο των ληστών και στα μεγάλα καραβάνια είχε και βοηθούς.


Αυτοί που ακολουθούσαν το καραβάνι ήταν συνήθως χτίστες από τα μαστοροχώρια της Δυτικής Μακεδονίας, εποχιακοί εργάτες και κυρίως έμποροι που πουλούσαν ή προμηθευόταν προϊόντα και στο ενδιάμεσο του ταξιδιού τους. 
Κυρατζήδες και έμποροι έφεραν και τον καλλιεργήσιμο βολβό του Κρόκου από την Αυστρία στην τότε Γκόμπλιτσα τον 17 αιώνα και άλλαξαν όχι μόνο το όνομα αλλά και την ζωή των κατοίκων του Κρόκου.
Ταξιδιώτες που μεταφέρονταν έτσι και δούλευαν στα ξένα πρόκοψαν , έκαναν περιουσίες και έφεραν πίσω συνήθειες που είδαν στην Ευρώπη. 
Επιρροές τους βλέπουμε στα ρούχα και τα στολίδια των γυναικών τους( στόφες, μεταξωτά, βελούδα, μαντήλια) , στον τρόπο που χτιζόταν τα σπίτια τους (τα ζωγραφισμένα ταβάνια της Εράτυρας ,της Σιάτιστας και της Καστοριάς ) στο ντύσιμο τους στην μόρφωση τους.
 Οι εμπορικές επαφές των Ελλήνων με τους Ευρωπαίους γενικά ήταν μια γερή οικονομική ένεση στον Ελληνισμό .
Σημαντικές ήταν και οι μαζώξεις των Ελλήνων στα χάνια που συζητούσαν και ετοίμαζαν τον ξεσηκωμό του γένους.
Οι συνηθέστερες διαδρομές που ακολουθούσαν τα καραβάνια ήταν: Γιάννενα-Γρεβενά-Σιάτιστα- Κοζάνη -Μοναστήρι(Μπίτολα)-Σκόπια-Κουμάνοβο-Βελιγράδι(ακολουθώντας τις κοιλάδες του Αλιάκμονα, του Βαρδάρη, του Αξιού ,του Μοράβα και του Δούναβη).Από το Βελιγράδι μετά ξεκινούσαν δύο διαδρομές :μια προς Βουδαπέστη –Βιέννη και μια προς Ιάσιο-Μολδαβία-Ρωσία. Μια άλλη διαδρομή ήταν Γιάννενα-Κοζάνη- Σαλονίκη-Σέρρες-Κωνσταντινούπολη-Φιλιππούπολη-Σόφια –Βουκουρέστι.


Σύγχρονοι Κυρατζήδες στην Πίνδο

Σύγχρονοι Κυρατζήδες στην Πίνδο κουβαλούν ξυλεία .
Στις αρχές του 19ου αιώνα Kυρατζής στον Κρόκο υπήρξε ο Μιμήτος Παρασκευάς , με μικρό αριθμό ζώων που ξεκινούσε από τον Κρόκο πήγαινε Εράτυρα-Σιατιστα-Γρεβενά –Γιάννενα .
Αυτό που μετέφερε ήταν κυρίως αλεύρι μια και το χωριό είχε τότε λόγω των πηγών του ,πέντε νερόμυλους που δούλευαν συνεχώς και στην επιστροφή έφερνε κυρίως τοπικά προϊόντα από τις περιοχές που περνούσε.


Στρατιώτες του 40
Τα μονοπάτια των Κυρατζήδων τα περπάτησαν τον Οκτώβρη του 1940 οι έλληνες στρατιώτες πηγαίνοντας να πολεμήσουν τους Ιταλούς στα σύνορά μας.
Κείμενο – Φωτογραφίες

Ιωάννα Κύρου


ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ LIKE “ΕΔΩ”

kozanimedia.gr

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα
loading...