loading...
ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μα πως εκθρέψαμε αυτό το φίδι στον κόρφο μας;

Έχω γιομίσει θλίψη και απελπισία, ετούτες τις μέρες, ρε παιδιά.
Ένας θάνατος ακόμη. Μια μαχαιριά ακόμη από χέρι αλλόφυλου, στο σώμα της πατριδας.
Ένα

πένθος ακόμη, για την Ελλάδα. Ένας θρήνος ακόμη για μια λεηλατημένη σημαία μας…

Ως πότε ρε Έλληνες;
Ως πότε θα μετράμε νεκρούς στις τσακισμένες σημαίες μας, που μαστουρωμένα αληταριά καίνε σωρηδόν στις καταχτημένες πλατείες μας;
Ως πότε θα μετράμε προσβολές, προδοσίες, θανάτους, βιασμούς, χαστούκια και μαχαιριές, από τον κάθε τυχάρπαστο τριτοκοσμικό τυχοδιώκτη…

Και το χειρότερο;
Ως πότε θα ανεχόμαστε το αυτάρεσκο γέλιο του κομμουνιστή, που φτύνει απάνω στους τάφους των ωραίων νεκρών μας.
Ως πότε θα ακούμε, θα βλέπουμε και θα υπομένουμε την προπαγάνδα τους στις τηλεοράσεις, που λυσάνε να βγάλουνε σκάρτο το θύμα επειδή ήταν Έλληνας και να δικαιώσουν τον φονιά, επειδή απλώς δεν είναι Ελληνας!

Τα είδατε, τα μάθατε, τα υποστήκατε.
Μέχρι πρεζόνι πάνε να βγάλουν τον ήρωα, οι εντόπιοι εργολάβοι της ελληνικής γενοκτονίας.
Λες και μπορεί να υπάρξει πρεζόνι έτοιμο να θυσιάσει τη ζωή του για την Ελληνική σημαία!
Το πολύ να καψαλίσει τα δάχτυλα του, προσπαθώντας να της βάνει φωτιά…

Κι όμως το ελληνόφωνο πόπολο με το που έμαθε πως Αλβανός σκότωσε Έλληνα, ένιωσε σαν να είχε πιει σαμπανια. Και να οι “αποκλειστικές πληροφορίες” στα κανάλια και να οι ύβρεις κατά του θύματος και να οι περισπούδαστες αναλύσεις, για να φανεί στα μάτια των γραικύλων, πως ο ωραίος νεκρός μας, δεν ήταν παρά ένας μουρλός. Ένας ανισόρροπος ταραξίας!
Ένα χρυσαύγουλο!
Που πολύ καλά έκαμαν οι Αλβανοί και τον δολοφόνησαν…

Μα, πως εκθρέψαμε αυτό το φίδι μέσα στον κόρφο μας, ρε Έλληνες;
Πως εμείς οι ίδιοι, ζεστάναμε μέσα στην αγκαλιά του Ελληνισμού, την οχιά της αριστεράς; 

Μιας αριστεράς, που είναι έτοιμη να χύσει το δηλητήριο του μισελληνισμού της με την πρώτη ευκαιρία, ενώ οι πόντιοι πιλάτοι της λεγόμενης δεξιάς παράταξης παριστάνουν τους Κινέζους…
Πως διάολο ρε πούστη μου, μεγαλώσαμε το ερπετό των τσιπρουλίνων και των μπουτάρηδων;
Και τώρα γυρνάει και μας δαγκώνει θανάσιμα…
    
Και μην μου πείτε μα και μου…
Δεν γεννήθηκα χτες. Και δεν κυκλοφορώ στα προάστεια. Ζω σε μια παλιά Αθηναϊκή συνοικία, που έχει λαθροκαταχτηθεί εξ ολοκλήρου. Ζω στα Μικρά Τίρανα.
Ο Αλβανός, ο Πακιστανός, ο Βούλγαρος, ο Αιγύπτιος, ο Μογγόλος, ο Ουϊγούρος, ο Νιγηριανός ή ο Κογκολέζος δεν είναι κάτι μακρινό και εξωτικό για μένα, που θα το δω μοναχά στα ντοκυμανταίρ του Νασιοναλ Τζεογκράφικ.
Είναι ο γείτονας μου,
Είναι ο γονιός των συμμαθητών του παιδιού μου.
Είναι ο λαθροκαταχτητής μου, ο οποίος προστατεύεται από ένα δαιδαλώδες δίκτυο αντρατσιστικών νόμων, ενώ εγώ ο Έλληνας, δεν προστατεύομαι από τίποτα. Είναι ο πολίτης Α΄ κατηγορίας, έναντι εμού του αυτόχθονος, που είμαι η παλιόψαθα για να σκουπίζει τα πόδια του.
Είναι ο νέος γενίτσαρος, στο έλεος του οποίος βρίσκεται η ζωή μου, η ζωή των παιδιών μου, η αξιοπρέπεια μου, η εργασία μου και η περιουσία μου.
Ο Αλβανός είναι ο δυνάστης μου. Μέσα στην ίδια μου τη γειτονιά…

Και βλέπω σε καθημερινή βάση το ηλίθιο βλέμμα του Αλβανού, το γιομάτο μίσος μάτι του, την τηγανοειδή κεφαλή του, την ατελείωτη πονηρία του, την συσσωρευμένη μοχθηρία του, την κακία και την βλακεία που χαρακτηρίζουν τη ράτσα του.
Κάθε πρωί βλέπω, ακούω και οσμίζομαι την Αλβανική βαρβαρότητα, που έχει ολοκληρωτικά εκτοπίσει τον πολιτισμό μου, τη γλώσσα μου και τη συλλογική μου μνήμη, από μια συνοικία, που άλλοτε χαμογελούσε μέσα από τις μουριές της και μέσα από τους ήχους του Μάνου Χατζιδάκη, ενώ τώρα βρωμοκοπάει φουρέιρες και αλβανίλα.
Ναι, δυστυχώς εγώ ζω ανάμεσα τους.
Σαν το τελευταίο γεράνι που κατά τύχην γλίτωσε από την μπουλντόζα του λαθρεποικισμού και της λαθροεισβολής.

Αλλά δεν είναι αυτό που κάμει να σφίγγεται η ψυχή μου.

Καταχτητες, λαθρέποικοι, βάρβαροι και προδότες, έχουν επιπέσει πολλάκις σε τούτον εδώ τον τόπο.
Κι από γενίτσαρους ή από ρουφιάνους ή απο δωσίλογους, άλλο τίποτα.
Ωστόσο ο Ελληνισμός επιβίωνε.
Κι όχι μόνο επιβίωνε αλλά ξαναγεννιότανε από τις στάχτες του.
Δεν ξέρω να υπήρξε ούτε μία περίοδος σκλαβιάς των Ελλήνων, που να μην αναπτύσσονταν παράλληλα και ένα είδος Κρυφού Σχολειού, που κράταγε ζωντανή τη Συλλογική μας Μνήμη.
Ακομα και τότε που στη Νέα Ρώμη κυριαρχούσαν οι λατινόφωνοι αυτοκράτορες, στα εσώτερα αυτιά του Έλληνα, Ελληνικά ακούονταν.   
Κι αν ένας Ιουστινιανός μιλούσε ως Λατίνος, στην Αγιά Σοφιά που ο ίδιος έχτισε, ακούονταν τα Ελληνικά του Θεού…

Θέλω να πω με όλα ετούτα, ότι καταχτητές και χαφιέδες πέρασαν πάρα πολλοί από τούτα τα χώματα. Ωστόσο ο Έλληνας ποτέ δεν λησμόνησε ότι είναι Έλληνας.
Και ανάθρεφε την Ελληνικότητα του κρυφά, εντός της Αγάπης του, μέχρι να δώσει ο Θεός να την ξανα-αναστήσει.
Πρώτη φορά στην ιστορία του Ελληνισμού, ο Έλληνας μισεί τον ίδιο τον Ελληνισμό του!

Αλβανοί φονιάδες εδώ κι αιώνες γυρνούσαν στα Βαλκάνια σφάζοντας Έλληνες. Πότε στη δούλεψη καποιου Αλη Πασα, πότε στη δούλεψη κάποιου Σουλτάνου.
Αλλά πρώτη φορά βρέθηκαν Έλληνες να πούνε μπράβο στους Αλβανούς φονιάδες. Μπορεί να τους φοβόντουσαν – ναι. 
Αλλά πρώτη φορά συνέβη η πλειοψηφία των ελληνόφωνων ραγιάδων, να είναι εκούσια με το μέρος των Αλβανών φονιάδων. Και να προσπαθούν να αμαυρώσουν τη μνήμη του ωραίου νεκρού τους, βγάζοντας τον πρεζόνι! Για να δωσουν συγχωροχάρτι στον Αλβανο φονια και να γλιτωσουν απο τις ενοχες τις δικες τους…
Μα πως εκθρεψαμε τοσον μισελληνισμο μεσα στην ιστορια μας, ρε Ελληνες;

Περιφέρομαι αμίλητος εδώ, στα Μικρα Τιρανα. Παρατηρώ το αλβαναριό στους δρόμους και στις πλατείες. Και προπαντός παρατηρώ τις αντιδράσεις των δυστυχών γραικύλων, που οι ρωμαλέοι Αλβανοί  τους κοιτάζουν αγριωπά. Σαν να ήντουσαν σκουλήκια στο διάβα τους.
Όλα τα αλβανομάγαζα γεμάτα!
Από ελληνόφωνους ραγιάδες, φυσικά.
Κι όλα τα ντελιβεράδικα να πηγαίνουν και να έρχονται σρτα σπίτια. Με Αλβανοκογκολέζους ντελιβεράδες ασφαλώς.
Και στα μπαλκόνια απάνου, Αλβανοί μπογιατζήδες, να κάνουν μερεμετια σε διαμερίσματα γραικύλων.
Ενω ακόμα δεν έχει στεγνωσει το αίμα του παλληκαριού…

Μα, πως εκθρεψαμε στον κορφο μας όλο αυτό το ακατανόητο μισος για τον Ελληνισμό, της αριστεράς;     
Δεν το βλέπαμε το κόκκινο ερπετό που μεγάλωνε μέρα με τη μέρα;
Δεν ακούγαμε τη διχαλωτή γλώσσα του, να τραγουδάει το μίσος της, με νταλάρες και με φαραντούρες; Δεν οσμιζόμαστε το αίμα που είχε πετρώσει στα γαμψά νύχια τους; Δεν υποψιαζόμαστε πως, όταν αυτοί μιλούσαν για τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ, ακόμα ακόνιζαν το μαχαίρι που θα μας κάρφωναν στον λαιμό;
Δεν είχαμε πάρει ειδηση ότι δίπλα μας, απέναντι μας, στο παρακάτω σπίτι, ζούσε ο σημερνός συνεργός του Αλβανού φονιά και του Μαροκινού βιαστή;
Δεν καταλαβαμε οτι οι γειτονες μας, ετρεφαν βαθια μεσα τους τοσο μισος για την Ελλαδα, που όταν θα έβλεπαν να προβάλλουν οι νέοι δήμιοι της, θα έτρεχαν να στρατολογηθούν στις φάλαγγες τους;

Φαίνεται πως δεν το βλέπαμε.
Δεν βλέπαμε, δεν ακούγαμε και δεν υποψιαζόμαστε καν, ότι ο δάσκαλος στο σχολείο, μπόλιαζε τα μυαλά και τις ψυχές των παιδιων μας, με το θανάσιμο μίσος κατά του Ελληνισμού, ενώ ο προφεσόρος στο πανεπιστήμιο, έσβηνε συστηματικα την ιστορια μας και τον Πολιτισμο μας.
 
Κι αφήσαμε να περάσουν αμαχητί τα σύνορα μας τα μηχανοκίνητα του Αλβανού και οι ερπύστριες του Πακιστανού.
Τώρα πια είναι αργά.
Τώρα πια ο Αλβανός μπορεί και σφαγιάζει τον Έλληνα, καταχειροκροτουμενος από την ελληνόφωνη χαβρα. Τώρα πια, μόνο να θρηνούμε μπορούμε για τους διαδοχικούς θανάτους  μας, ενώ γύρω μας αλυχτάνε οι ύαινες της γενοκτονίας μας.

Καλή σου ώρα ρε Έλληνα, εκεί που είσαι. Ίσως μετά από χρόνια και καιρούς, ο κάθε αλλόφυλος, αλλόθρησκος και αλλοεθνής μπράβος που θα τολμήσει να σηκώσει χέρι σε Έλληνα ή σε Ελληνική σημαία, να λάβει τη μαχαιριά που του αξίζει…
Προς το παρόν φίλε, ας ζυμώσουμε την οργή μας και τη θλίψη μας, σε ματωμένα λόγια, που θα τα περάσουμε κρυφά, κάτω απο τη μύτη της οχιάς που εμείς εκθρέψαμε, σε κάποιο κυνηγημένο κρυφό σχολειό.
Που ξέρεις…
Καμιά φορά και οι Σημαίες κατορθώνουν να επιβιώσουν μέσα στο τόσο Μίσος, όπως και το κυκλάμινο επιβιώνει μέσα στη ρωγμή ενός κατάξερου βράχου… 
   
    

Διαβάστε περισσότερα
loading...